Η μεγάλη σημασία του Συναινετικού Διαζυγίου και η αναγκαιότητα των αμοιβαίων υποχωρήσεων προς όφελος των τέκνων

Το διαζύγιο αποτελεί αναμφίβολα μία από τις πλέον δύσκολες και φορτισμένες στιγμές στη ζωή μιας οικογένειας. Όταν όμως η έγγαμη συμβίωση οδηγείται σε αδιέξοδο, ο τρόπος με τον οποίο οι σύζυγοι θα επιλέξουν να διαχειριστούν τη λύση του γάμου τους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο τη δική τους μελλοντική πορεία, αλλά κυρίως την ψυχική ισορροπία και την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών τους. Στο πλαίσιο αυτό, το συναινετικό διαζύγιο αναδεικνύεται ως ο πλέον πολιτισμένος, ώριμος και ουσιαστικά προστατευτικός θεσμός του οικογενειακού δικαίου.

Η σύγχρονη ελληνική έννομη τάξη ενθαρρύνει ολοένα και περισσότερο τη συναινετική επίλυση των οικογενειακών διαφορών, αναγνωρίζοντας ότι η παρατεταμένη αντιδικία μεταξύ των γονέων λειτουργεί επιβαρυντικά για τα ανήλικα τέκνα. Το συναινετικό διαζύγιο δεν αποτελεί απλώς μία ταχύτερη ή οικονομικότερη διαδικασία. Αποτελεί πρωτίστως μία συνειδητή επιλογή υπευθυνότητας, αμοιβαίου σεβασμού και προστασίας της οικογενειακής συνοχής, έστω και υπό νέα μορφή.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το συναινετικό διαζύγιο στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν ανήλικα παιδιά και οι γονείς καλούνται να ρυθμίσουν ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής.

Κάθε γονέας οφείλει να αντιληφθεί ότι μετά τη λύση του γάμου παύει η συζυγική σχέση, όχι όμως και η κοινή γονική ευθύνη. Η επιτυχία ενός συστήματος συνεπιμέλειας εξαρτάται από την ικανότητα των γονέων να διαχωρίσουν τις προσωπικές τους διαφορές από τον γονεϊκό τους ρόλο. Αυτό προϋποθέτει συχνά την εγκατάλειψη εγωιστικών αντιλήψεων, την αποφυγή εκδικητικών συμπεριφορών και την κατανόηση ότι το παιδί δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μέσο πίεσης ή συναισθηματικής αντιπαράθεσης.

Οι υποχωρήσεις που καλούνται να κάνουν οι δύο πλευρές δεν αποτελούν ένδειξη αδυναμίας, αλλά πράξη ωριμότητας και ευθύνης. Ο ένας γονέας ίσως χρειαστεί να προσαρμόσει το πρόγραμμά του ώστε να διευκολύνεται η επικοινωνία του παιδιού με τον άλλο γονέα και να το παροτρύνει σε αυτή. Ο άλλος ενδέχεται να χρειαστεί να αποδεχθεί ότι ένα μικρό σε ηλικία παιδί έχει σε αυτή την ηλικιακή φάση μεγαλύτερη ανάγκη τη μητέρα του ή να επιδείξει μεγαλύτερη ευελιξία σε πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας. Σε κάθε περίπτωση, η κοινή επιδίωξη πρέπει να είναι μία: η διατήρηση ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος για το παιδί.

Τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε κλίμα συνεχούς σύγκρουσης μεταξύ των γονέων βιώνουν συχνά ανασφάλεια, ενοχές και ψυχική πίεση. Αντίθετα, όταν οι γονείς, παρά τη διάσταση ή το διαζύγιο, καταφέρνουν να συνεργάζονται με σεβασμό και συνέπεια, τα παιδιά αποκτούν αίσθημα σταθερότητας και εμπιστοσύνης. Αντιλαμβάνονται ότι εξακολουθούν να αγαπιούνται και από τους δύο γονείς και ότι η αλλαγή στη μορφή της οικογένειας δεν συνεπάγεται απώλεια της γονικής παρουσίας.

Η νομική κοινότητα, οι δικαστές και οι δικηγόροι καλούνται επίσης να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην καλλιέργεια κουλτούρας συνεννόησης και όχι αντιπαράθεσης. Ο δικηγόρος του οικογενειακού δικαίου δεν πρέπει να λειτουργεί αποκλειστικά ως εκπρόσωπος σύγκρουσης, αλλά και ως παράγοντας εξεύρεσης βιώσιμων λύσεων που εξυπηρετούν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

Εν τέλει, το συναινετικό διαζύγιο δεν αποτελεί απλώς μία νομική διαδικασία λύσης ενός γάμου. Αποτελεί μία νέα μορφή οικογενειακής οργάνωσης που απαιτεί υπευθυνότητα, συναισθηματική ωριμότητα και συνεχή προσπάθεια. Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των γονέων δεν μειώνουν κανέναν· αντιθέτως, αποτελούν την ισχυρότερη απόδειξη ότι, παρά το τέλος της συζυγικής σχέσης, εξακολουθούν να λειτουργούν ως γονείς με κοινό γνώμονα το πραγματικό συμφέρον των παιδιών τους.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή