Ο ν. 4800/2021 πέντε έτη μετά: αποτυχία μιας γονεοκεντρικής μεταρρύθμισης ή προάσπιση του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου;

Η ψήφιση του ν. 4800/2021 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις του ελληνικού οικογενειακού δικαίου των τελευταίων δεκαετιών. Ο νομοθέτης παρουσίασε τη μεταρρύθμιση ως αναγκαίο εκσυγχρονισμό του πλαισίου άσκησης της γονικής μέριμνας μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο, με βασικό στόχο τη διασφάλιση της ουσιαστικής συμμετοχής και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού.

Πέντε χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, η δημόσια και επιστημονική συζήτηση παραμένει ιδιαίτερα έντονη. Ένα σημαντικό μέρος της θεωρίας, της δικηγορικής πρακτικής, αλλά και οργανώσεων προστασίας γυναικών και παιδιών, υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση δεν κατόρθωσε να υπηρετήσει αποτελεσματικά το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. Αντιθέτως, κατά την άποψη αυτή, ενίσχυσε μία περισσότερο γονεοκεντρική αντίληψη, στην οποία προτεραιότητα δίνεται στην «ισότιμη» συμμετοχή των γονέων, ακόμη και σε περιπτώσεις έντονης σύγκρουσης ή δυσλειτουργικών οικογενειακών σχέσεων.

Οι υποστηρικτές του νόμου, από την άλλη πλευρά, θεωρούν ότι η μεταρρύθμιση αποκατέστησε μία μακροχρόνια ανισορροπία εις βάρος του γονέα που δεν διέμενε με το παιδί — συνήθως του πατέρα — και συνέβαλε στην αναγνώριση της ανάγκης ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου. Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει τον βαθύ διχασμό που εξακολουθεί να περιβάλλει το νέο καθεστώς συνεπιμέλειας.

1. Η μετατόπιση από το παιδοκεντρικό στο γονεοκεντρικό μοντέλο

Πριν την ψήφιση του ν. 4800/2021, η ελληνική νομολογία αντιμετώπιζε ως βασικό κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σταθερότητα του περιβάλλοντός του, στη συνέχεια της καθημερινής φροντίδας και στον ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με τον βασικό φροντιστή του.

Μετά τη μεταρρύθμιση, η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε σημαντικά προς την έννοια της «ισότιμης συμμετοχής» των γονέων. Η διάταξη του άρθρου 1513 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι γονείς «εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα», ερμηνεύθηκε από μέρος της θεωρίας και της νομολογίας ως κατεύθυνση προς ευρύτερα σχήματα συνεπιμέλειας και αυξημένου χρόνου επικοινωνίας του παιδιού με αμφότερους τους γονείς.

Ωστόσο, η έννοια του «εξίσου» δεν ταυτίζεται νομικά με υποχρεωτική ισόχρονη φυσική κατανομή του χρόνου διαμονής του παιδιού. Η κρατούσα θεωρητική άποψη δέχεται ότι πρόκειται κυρίως για ποιοτικό κριτήριο ισότιμης συμμετοχής στις σημαντικές αποφάσεις που αφορούν τη ζωή του τέκνου και όχι για αριθμητική εξίσωση ημερών ή ωρών επικοινωνίας. Παρά ταύτα, στην πράξη διαμορφώθηκε συχνά η αντίληψη ότι η συνεπιμέλεια προϋποθέτει σχεδόν υποχρεωτικά εναλλασσόμενη κατοικία ή αυξημένο χρονικό επιμερισμό.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε και η πρόβλεψη του τεκμηρίου επικοινωνίας του ενός τρίτου του συνολικού χρόνου του παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει. Αν και το τεκμήριο είναι νομικά μαχητό και υποχωρεί όταν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, πολλοί υποστηρίζουν ότι στην πράξη λειτούργησε ως έμμεση πίεση προς τα δικαστήρια για υιοθέτηση διευρυμένων σχημάτων επικοινωνίας, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι πραγματικές ανάγκες του παιδιού ενδεχομένως επέβαλλαν διαφορετική λύση.

Η κριτική αυτή εντείνεται ιδίως στις περιπτώσεις μικρών παιδιών, όπου η ανάγκη σταθερής καθημερινότητας, προβλέψιμου περιβάλλοντος και διατήρησης βασικού δεσμού φροντίδας ενδέχεται να συγκρούεται με μοντέλα συχνής εναλλαγής κατοικίας ή συνεχών μετακινήσεων μεταξύ δύο οικιών.

2. Η αύξηση της δικαστηριακής σύγκρουσης

Ένα από τα βασικότερα σημεία κριτικής προς τον ν. 4800/2021 αφορά την έντονη αύξηση των δικαστικών αντιδικιών σε ζητήματα επιμέλειας, επικοινωνίας και άσκησης γονικής μέριμνας μετά το 2021.

Η ανάγκη συνεχούς συναπόφασης για ζητήματα της καθημερινής ζωής του παιδιού — όπως η επιλογή σχολείου, εξωσχολικών δραστηριοτήτων, ιατρικής παρακολούθησης ή ψυχολογικής υποστήριξης — προϋποθέτει ένα ελάχιστο επίπεδο συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των γονέων. Όταν αυτό απουσιάζει, η συνεπιμέλεια μετατρέπεται συχνά σε πεδίο διαρκούς αντιπαράθεσης και επαναλαμβανόμενων δικαστικών προσφυγών.

Στην πράξη, πολλά δικαστήρια βρέθηκαν αντιμέτωπα με αυξημένο αριθμό αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και διαφορών σχετικών με την εφαρμογή της γονικής μέριμνας, γεγονός που επιβάρυνε περαιτέρω ένα ήδη βραδύ δικαστικό σύστημα. Η έλλειψη εξειδικευμένων οικογενειακών δικαστηρίων και σταθερών μηχανισμών οικογενειακής διαμεσολάβησης ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε και η πρόβλεψη περί «παρεμπόδισης επικοινωνίας» ως ενδεχόμενης μορφής κακής άσκησης της γονικής μέριμνας. Η διάταξη αυτή αποσκοπούσε στην προστασία του δικαιώματος του παιδιού να διατηρεί ουσιαστική σχέση και με τους δύο γονείς. Ωστόσο, κατά τους επικριτές του νόμου, σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά ως μέσο πίεσης ή εκφοβισμού εις βάρος του γονέα με τον οποίο διαμένει το παιδί.

Παράλληλα, διατυπώνεται η άποψη ότι η δικαστηριακή αντιμετώπιση της άρνησης επικοινωνίας δεν αξιολογεί πάντοτε επαρκώς τη βούληση του ίδιου του παιδιού, ούτε τις αιτίες που ενδέχεται να την προκαλούν. Σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η γνώμη του ανηλίκου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ανάλογα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητάς του, χωρίς όμως να καθίσταται αποκλειστικό κριτήριο της δικαστικής κρίσης.

3. Ενδοοικογενειακή βία: ο σοβαρότερος προβληματισμός

Η σοβαρότερη ίσως κριτική προς τον ν. 4800/2021 αφορά τη σχέση του με τις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Ήδη κατά τη δημόσια διαβούλευση του νομοσχεδίου, οργανώσεις προστασίας γυναικών και παιδιών είχαν επισημάνει τον κίνδυνο η έμφαση στη διατήρηση της επικοινωνίας με κάθε τρόπο να λειτουργήσει εις βάρος θυμάτων κακοποιητικής συμπεριφοράς. Κατά τους επικριτές του νόμου, η υποχρέωση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ των γονέων, ακόμη και μετά από περιστατικά βίας ή σοβαρής χειριστικής συμπεριφοράς, μπορεί να οδηγήσει σε συνέχιση του ελέγχου του κακοποιητικού γονέα επί του άλλου γονέα και, έμμεσα, επί του παιδιού.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι στην πράξη η έλλειψη αμετάκλητης ποινικής καταδίκης συχνά θεωρείται ανεπαρκής λόγος περιορισμού της επικοινωνίας, ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις βίας ή εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση αυτή δεν συμβαδίζει πλήρως με τις σύγχρονες επιστημονικές και διεθνείς αντιλήψεις περί προστασίας του παιδιού.

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με τον ν. 4531/2018, επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας κατά τη ρύθμιση ζητημάτων επιμέλειας και επικοινωνίας. Παράλληλα, η διεθνής ψυχολογική και παιδοψυχιατρική βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι ακόμη και η έμμεση έκθεση ανηλίκου σε βίαιο οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική του ανάπτυξη.

Στο πλαίσιο αυτό, αρκετοί νομικοί και επαγγελματίες ψυχικής υγείας υποστηρίζουν ότι απαιτούνται αυστηρότερες διαδικαστικές εγγυήσεις, ταχύτερη διερεύνηση καταγγελιών βίας και συστηματική ψυχοκοινωνική αξιολόγηση πριν από τη λήψη αποφάσεων για τη συνεπιμέλεια και την επικοινωνία.

4. Η προβληματική χρήση της έννοιας της «γονικής αποξένωσης»

Ένα ακόμη ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ζήτημα αφορά τη χρήση της έννοιας της «γονικής αποξένωσης» στις δικαστικές διαφορές οικογενειακού δικαίου.

Αν και το λεγόμενο «σύνδρομο γονικής αποξένωσης» δεν αναγνωρίζεται επίσημα ως ψυχιατρική διαταραχή από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ή το DSM-5 της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, ο όρος χρησιμοποιείται συχνά στη δικαστηριακή πρακτική για να περιγράψει περιπτώσεις στις οποίες ένα παιδί απομακρύνεται ψυχολογικά από τον έναν γονέα λόγω επιρροής του άλλου.

Οι επικριτές του νόμου θεωρούν ότι η έννοια αυτή εφαρμόζεται συχνά χωρίς σαφή επιστημονικά κριτήρια και ενίοτε οδηγεί σε απαξίωση ή αποδυνάμωση καταγγελιών κακοποιητικής συμπεριφοράς. Υποστηρίζεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η επίκληση της «γονικής αποξένωσης» χρησιμοποιείται ως επιχείρημα κατά του γονέα που επιχειρεί να περιορίσει την επικοινωνία για λόγους προστασίας του παιδιού.

Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται επίσης ότι πράγματι υπάρχουν περιπτώσεις συστηματικής χειραγώγησης του παιδιού από τον έναν γονέα εις βάρος της σχέσης του με τον άλλον και ότι το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να αγνοείται από τα δικαστήρια. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, είναι η ανάγκη ιδιαίτερα προσεκτικής και εξατομικευμένης αξιολόγησης κάθε υπόθεσης, με τη συνδρομή εξειδικευμένων παιδοψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών.

5. Η ανάγκη επαναξιολόγησης της μεταρρύθμισης

Πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή του ν. 4800/2021, η εικόνα που διαμορφώνεται παραμένει σύνθετη και αντιφατική. Υπάρχουν αναμφίβολα περιπτώσεις στις οποίες η συνεπιμέλεια λειτούργησε αποτελεσματικά, ενισχύοντας τη συμμετοχή και των δύο γονέων στη ζωή του παιδιού και περιορίζοντας φαινόμενα αποξένωσης.

Ταυτόχρονα, όμως, πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η μεταρρύθμιση προχώρησε χωρίς να έχουν προηγουμένως διαμορφωθεί οι αναγκαίες θεσμικές προϋποθέσεις για την ασφαλή εφαρμογή της. Η απουσία εξειδικευμένων οικογενειακών δικαστηρίων, η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης, η έλλειψη επαρκών κοινωνικών υπηρεσιών και η περιορισμένη πρόσβαση σε δομές ψυχολογικής αξιολόγησης δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην πράξη.

Σημαντικό μέρος της θεωρίας υποστηρίζει ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού δεν μπορεί να προσεγγίζεται μέσα από άκαμπτα ή προκαθορισμένα μοντέλα επιμέλειας. Αντιθέτως, απαιτεί εξατομικευμένη στάθμιση των πραγματικών αναγκών κάθε παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του, τους συναισθηματικούς δεσμούς του, το επίπεδο συνεργασίας των γονέων, την ύπαρξη ή μη βίας και τη συνολική ψυχοκοινωνική του κατάσταση.

6. Συμπερασματικά

Ο ν. 4800/2021 εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις του σύγχρονου ελληνικού οικογενειακού δικαίου. Για τους υποστηρικτές του, συνιστά σημαντικό βήμα προς την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή του παιδιού και προς την αποκατάσταση μιας πιο ισορροπημένης γονικής σχέσης μετά το διαζύγιο.

Για τους επικριτές του, όμως, η μεταρρύθμιση μετέφερε το επίκεντρο από τις ανάγκες του παιδιού στις αξιώσεις των ενηλίκων, οδηγώντας συχνά σε εντονότερες συγκρούσεις, παρατεταμένες δικαστικές διαμάχες και ανεπαρκή προστασία σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Το βασικό ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι αν ένα σύστημα συνεπιμέλειας μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις, χωρίς εξειδικευμένες υποστηρικτικές δομές και χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση των ιδιαίτερων αναγκών κάθε παιδιού. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα καθορίσει, σε μεγάλο βαθμό, την επόμενη φάση εξέλιξης του ελληνικού οικογενειακού δικαίου.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή